Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

ΗΤΑΝ, ΚΑΠΟΤΕ, Η ΑΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ….

ΗΤΑΝ, ΚΑΠΟΤΕ, Η ΑΣΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ….

…αλλά, όπως όλα τα πράγματα που γεννιόνται σε αυτό τον κόσμο, ακολούθησε κι αυτή  τον ίδιο δρόμο. Το δρόμο της φθοράς. Γεννήθηκε, ωρίμασε και τώρα γερασμένη οδεύει με γοργούς ρυθμούς προς το τέλος της. Έλεγαν, για αρκετά χρόνια, πως η δημοκρατία κινδυνεύει από τους Αριστερούς, από τους κομμουνιστές, από την επανάσταση, από τους μπολσεβίκους. Σήμερα που αυτός ο κίνδυνος έχει μειωθεί, όπως πιστεύουν,  φαίνεται καλύτερα πως η δημοκρατία έχει ένα μόνο εχθρό. Αυτούς που κατέχουν την πολιτική εξουσία. Από την ίδια αστική τάξη και τους πολιτικούς εκπροσώπους τους. Εξάλλου η αστική δημοκρατία δε γεννήθηκε από κάποιον σφοδρό έρωτα των αστών με τη δημοκρατία. Ένας αναγκαστικός γάμος ήταν για την προίκα, και αφού η κοινωνία είχε μείνει ήδη έγκυος.
   Πρόθεση των αστών ήταν η δημοκρατία να αφορά μόνο τους ίδιους.. Λίγες εκατοντάδες χιλιάδες ατόμων έπρεπε να αποφασίζουν και να κυβερνούν. Το ιδανικό πολίτευμα ήταν επομένως, γι αυτούς, η ολιγαρχία.  Αστική φιλελεύθερη δημοκρατία και καπιταλισμός δεν βρίσκονται σε αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία. Η αστική δημοκρατία αντιστοιχεί στον καπιταλισμό αλλά ο καπιταλισμός δεν αντιστοιχεί στην αστική δημοκρατία. Ο καπιταλισμός άνθισε κάτω από τα πιο διαφορετικά καθεστώτα. Κάτω από βασιλεία, ολιγαρχία, αστική δημοκρατία, θεοκρατία αλλά ακόμη και κάτω από το ιδιότυπο πολιτικό καθεστώς της Κίνας.
   Τα πράγματα, και παρά τη διακηρυγμένη πρόθεση τω
ν αστών, εξελίχτηκαν όμως διαφορετικά και ο ίδιος ο καπιταλισμός και η ανάπτυξη των σύγχρονων συγκεντρωτικών κρατών απελευθέρωσαν τέτοιες  δυνάμεις που έφεραν στο προσκήνιο της ιστορίας μεγάλες μάζες εργαζομένων. Οι αστικοί δημοκρατικοί θεσμοί δεν έμπαιναν και μεγάλο εμπόδιο στην καπιταλιστική συσσώρευση, όσο ενοχλητικοί κι αν ήσαν, όσο ο καπιταλισμός είχε ισχυρές αναπτυξιακές προοπτικές. Το πέρασμα του καπιταλισμού σε φάση μόνιμης και γενικευμένης ύφεσης από τη δεκαετία του 1970 δεν του επιτρέπουν πλέον καμία ανοχή στο δημοκρατικό έλεγχο, τον οποίο πάντα απεχθανόταν.
  Η δημοκρατία ήταν επομένως αποτέλεσμα της πολιτικής δράσης και των αγώνων εκατομμυρίων εργαζομένων στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες κατά την πρώτη πεντηκονταετία του εικοστού αιώνα κυρίως. Η αστοί πολιτικοί κομπορρημονούν για τη δημοκρατία τους ξεχνώντας  να αναφέρουν τους μεγάλους λαϊκούς αγώνες που την επέβαλαν κόντρα στη δική τους βούληση. Η αστική δημοκρατία έλαβε τη μέγιστη έκφρασή της κατά την περίοδο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Χωρίς να αναλύσουμε εδώ τους λόγους αναφέρουμε απλά πως η περίοδος αυτή ήταν ταυτόχρονα εκείνη η περίοδος κατά την οποία τα εισοδήματα αλλά και οι κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων  έφτασαν στο μέγιστό τους.
    Από τη δεκαετία του 1970 ο καπιταλισμός εισέρχεται σε μια νέα φάση με κύριο χαρακτηριστικό αυτής την αδυναμία της παραπέρα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, την κάμψη της κερδοφορίας, τη στροφή στον παρασιτικό καπιταλισμό των χρηματοοικονομικών  και την επίθεση στα εισοδήματα και τις καταχτήσεις των εργαζομένων. Στο πολιτικό πεδίο η προσπάθεια επικεντρώνεται στη άρση οποιασδήποτε υποχρέωσης τήρησης της δημοκρατικής νομιμότητας κατά την διακυβέρνηση. Πάντα υπήρχε μια προσπάθεια οι μεγάλες αποφάσεις να παίρνονται εν κρυπτώ και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και των κοινοβουλίων. Η διαφορά, από δω και πέρα είναι πως η διαδικασία αυτή παίρνει θεσμικό και δημόσιο χαρακτήρα. Τα εκλεγμένα κοινοβούλια χάνουν με γρήγορους ρυθμούς τον ελεγκτικό ρόλο τους στα ουσιώδη ζητήματα.
    Το μόνο, σχεδόν, που παραμένει από την αστική δημοκρατία είναι οι εκλογές. Κι αυτό για να της χαρίζει μια επίφαση νομιμότητας. Μια νομιμότητα όμως απολύτως εύθραυστη και παντελώς έξω από κάθε πραγματικό πλαίσιο λαϊκής συναίνεσης.  Πως μπορεί να νομιμοποιηθεί μια, εκλεγμένη, κυβέρνηση όταν ο λαός που την εξέλεξε δεν συναινεί με τα κάθε φορά επιμέρους μέτρα που λαμβάνει; Η δημοκρατία έχει νόημα και ουσία όταν η συναίνεση αφορά το ΣΥΝΟΛΟ των πολιτικών της. Τι νόημα μπορεί να έχει, και τι νομιμοποίηση προσφέρει, η εκλογική διαδικασία όταν οι ακολουθούμενες πολιτικές δεν έχουν τη συναίνεση της πλειονότητας του λαού; Οι πολιτικές που ακολουθούνται από τις κυβερνήσεις όλο και λιγότερο συμπίπτουν με τη λαϊκή βούληση. Αυτή η αναντιστοιχία οδηγεί σε μια όλο και μεγαλύτερη προσπάθεια ποδηγέτησης των λαών με τη χρήση του ψεύδους, της παραπληροφόρησης και της μεθοδευμένης χρήσης των ΜΜΕ, μετατρέποντας τις αστικές δημοκρατίες όλο και πιο ανοιχτά σε ολιγαρχίες.
   Οι νεοσυντηρητικοί στις ΗΠΑ, μέσω του φιλοσόφου τους του Leo Strauss, υπογραμμίζουν: «Το άριστο πολίτευμα είναι αυτό όπου συνήθως κυβερνούν οι άριστοι, ήτοι η αριστοκρατία. Η αρετή, αν δεν ταυτίζεται με τη σοφία, εν πάση περιπτώσει στηρίζεται στη σοφία: το άριστο πολίτευμα θα φαινόταν να είναι η κυριαρχία των σοφών… η εξουσία των σοφών πρέπει να είναι απόλυτη… ως εκ τούτου οι σοφοί κυβερνήτες δεν πρέπει να είναι υπόλογοι απέναντι στους άσοφους υπηκόους τους. Το να εξαρτούμε την εξουσία των σοφών από την εκλογή ή τη συναίνεση των ασόφων θα σήμαινε να υποτάσσουμε ότι είναι φύσει ανώτερο στον έλεγχο του φύσει κατώτερου, δηλαδή πως ενεργούμε αντίθετα από τη φύση. Όμως αυτή η λύση είναι κατά κανόνα ανεφάρμοστη. Οι λίγοι σοφοί δεν μπορούν να κυβερνούν τους πολλούς ασόφους δια της βίας. Το άσοφο πλήθος πρέπει να αναγνωρίσει τους σοφούς ως σοφούς και να τους υπακούει ελεύθερα λόγω της σοφίας τους.» (Leo Strauss. Φυσικό δίκαιο και Ιστορία).
   Η χρήση επομένως του «ευγενούς ψεύδους» καθίσταται όλο και περισσότερο αναγκαία για τη διατήρηση της επίπλαστης δημοκρατικής νομιμότητας. Που μας οδηγούν όλα αυτά; Ποιο είναι το μέλλον της αστικής δημοκρατίας; Όπως αναρωτιέται ο Hobsbawm: «Είναι (η αστική δημοκρατία) η κληρονομιά του 20ου αιώνα. Θα παραμείνει όμως θεμέλιο της λαϊκής, συμπεριλαμβάνοντας τη φιλελεύθερη-δημοκρατική διακυβέρνησης και κατά τον 21ο αιώνα; Η θέση τούτης της διάλεξης είναι ότι η τρέχουσα φάση της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής ανάπτυξης την υπονομεύει, κι αυτό θα έχει, και έχει ήδη, σοβαρές συνέπειες για την φιλελεύθερη δημοκρατία, όπως αυτή νοείται προς το παρών» (Ε.Hobsbawm. Παγκοσμιοποίηση, Δημοκρατία και Τρομοκρατία. σ 123,124)
     Από τη δεκαετία του 1980 ήδη σημαντικότατες αποφάσεις, που αφορούσαν τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων και την τύχη ολόκληρων χωρών, παίρνονταν στα γραφεία διεθνών οργανισμών και επιβάλλονταν στους λαούς, με τη συμπαιγνία των κυβερνήσεών τους, οι οποίες είχαν μετατραπεί σε απλά εκτελεστικά όργανα των διεθνών αυτών οργανισμών. Επικεφαλής αυτών των οργανισμών ήταν και είναι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο δρα φανερά και απροκάλυπτα σαν εκπρόσωπος του διεθνούς κεφαλαίου.
   Κάνοντας την αρχή στις χώρες της Αφρικής επεξέτεινε τη δράση του στο σύνολο των χωρών της Λατινικής Αμερικής ενώ στο τέλος της δεκαετίας του 1990 πέρασαν στη δικαιοδοσία του και οι χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας. Η κρίση του 2008 και οι συνέπειές της έδωσαν την ευκαιρία στο Δ.Ν.Τ να επεκτείνει πλέον τη δράση του στις αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης. Το σύνολο των οικονομικών πολιτικών, αλλά και όλων των πολιτικών που συνδέονται έστω και χαλαρά με την οικονομία, δηλαδή όλων των εκφάνσεων της πολιτικής και κοινωνικής ζωής τελικά, αποφασίζονται χωρίς καμιά δημοκρατική νομιμοποίηση και λογοδοσία στα γραφεία των διεθνών οργανισμών χωρίς να κρατούνται καν τα προσχήματα.
   Η διαδικασία του περάσματος των σημαντικών κυβερνητικών αποφάσεων πέρα κι έξω από τα εκλεγμένα όργανα έχει επισημανθεί από πολλούς. Γράφει ο Hobsbawm: «κάτω από αυτές τις συνθήκες, η βολικότερη, και συχνά μοναδική, λύση για τις δημοκρατικές κυβερνήσεις είναι να κρατούν όσο μεγαλύτερο μέρος μπορούν από τη διαδικασία λήψης αποφάσεων έξω από το πεδίο της δημοσιότητας και της πολιτικής, ή τουλάχιστον να παρακάμπτουν τη διαδικασία αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης, δηλαδή τόσο το εκλογικό σώμα όσο και τις εργασίες των συνελεύσεων και των υπηρεσιών που εκλέγονται από αυτό». (Ε.Hobsbawm. Παγκοσμιοποίηση, Δημοκρατία και Τρομοκρατία. σ 135).
  Η προσπάθεια αποφυγής οποιουδήποτε ελέγχου στις αποφάσεις που παίρνονται εντάθηκε κατά την περίοδο της κρίσης του 2008. Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά, με ταχύτατους ρυθμούς, σε αυτό που αποκαλεί «οικονομική διακυβέρνηση». Στόχος αυτής της προσπάθειας είναι οι αποφάσεις που αφορούν την οικονομία να μην παίρνονται και να μην ελέγχονται από αιρετούς και κοινοβούλια αλλά από διορισμένες και ανεξέλεγκτες επιτροπές, όπως το ECOFIN.
    Προωθούν τη διαδικασία μέσω της οποίας το ύψιστο ετήσιο οικονομικό νομοσχέδιο των κυβερνήσεων, ο προϋπολογισμός, να μην εγκρίνεται από τα εθνικά κοινοβούλια αλλά, πίσω από κλειστές πόρτες,  από τέτοιες ενώσεις προσώπων που δεν εκλέγονται, δεν λογοδοτούν και δεν εκπροσωπούν κανέναν άλλο πέρα από τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Οι εκλεγμένες κυβερνήσεις έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο εξαχρείωσης που ελέγχονται και λογοδοτούν σε κάτι ασήμαντους υπαλλήλους διεθνών οργανισμών στους οποίους και περνά με ταχείς ρυθμούς η διακυβέρνηση των χωρών.
     Διάφοροι διεθνείς οργανισμοί, και ιδιαίτερα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κι η Παγκόσμια Τράπεζα εκπροσωπώντας τα συμφέροντα του διεθνούς κεφαλαίου αλλά και των κύριων καπιταλιστικών χωρών, έρχονται πάνω από τις κυβερνήσεις καθορίζοντας τις πολιτικές τους, ασκώντας πλέον μια πλανητική σχεδόν διακυβέρνηση.  Όσο προχωρούσε και βάθαινε η κρίση του καπιταλισμού τόσο και εντεινόταν η προσπάθεια να κρατούνται οι λαοί πέρα κι έξω από κάθε συμμετοχή στα κοινά. Από την άλλη έχουμε το δεδομένο της όλο και μικρότερης συμμετοχής του εκλογικού σώματος στις διάφορες εκλογές που διεξάγονται στις αναπτυγμένες χώρες. Ο αμερικανός πρόεδρος εκλέγεται με συμμετοχή στην ψηφοφορία λίγο πάνω από το 50% των ψηφοφόρων. Οι εκλογές για το ευρωκοινοβούλιο συγκεντρώνουν ακόμη χαμηλότερα ποσοστά ψηφοφόρων.
   Οι παραπάνω εξελίξεις έρχονται σε αντίφαση με τη θέση πως κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του καπιταλισμού μεγάλες μάζες εργαζομένων ήρθαν στο προσκήνιο της ιστορίας. Η αντίφαση είναι φαινομενική. Η αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, κι έχουν και πολλά και αντίθετα πολλές φορές αίτια. Το σημαντικότερο από αυτά είναι πιθανά η ίδια η απονομιμοποίηση της πολιτικής, όπως ασκείται σήμερα, αλλά και η απονομιμοποίηση των ίδιων κρατών, αλλά και η δημιουργία ψευδαισθήσεων στις τάξεις των εργαζομένων που, σε ένα βαθμό, ήταν κι αποτέλεσμα της μακράς περιόδου ευημερίας που ακολούθησε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ο ερχομός των λαϊκών στρωμάτων στο ιστορικό προσκήνιο είναι δεδομένος. Το πώς, πότε κι αν θα παρέμβει στην πολιτική σκηνή είναι κάτι που εξαρτάται από το βάθος της κρίσης του κοινωνικού και οικονομικού συστήματος και το πότε αυτό θα κατασταλάξει στις συνειδήσεις.

Γιώργος Π. Τριανταφυλλόπουλος

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...