Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ, Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΚΙ Ο ΜΑΡΞ

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ, Ο ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΔΑΝΕΙΣΜΟΣ ΚΙ Ο ΜΑΡΞ 

 Το δημόσιο χρέος αποτελεί πλέον, μετά το 2009, μια λέξη που βρίσκεται μονίμως στα κεντρικά δελτία ειδήσεων και στα πρωτοσέλιδα όλων των μεγάλων εφημερίδων του οικονομικά αναπτυγμένου κόσμου. Ο δανεισμός των κρατών όμως δεν είναι μια σημερινή ιστορία,  αν κι έλαβε μεγάλες διαστάσεις από τη δεκαετία του 1970 και μετά. Σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους ο κρατικός δανεισμός ελάμβανε μεγάλες διαστάσεις κατά τις πολεμικές περιόδους. Η ανάπτυξη που  ακολουθούσε μετά το τέλος των πολέμων έκανε σχετικά εύκολη την αποπληρωμή των χρεών.

   Από την αρχή της εμφάνισης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, από τον δέκατο τέταρτο αιώνα ήδη, ο δανεισμός των ηγεμόνων ήταν μια συνηθισμένη τραπεζική πρακτική. Μια τακτική που απέφερε υψηλά κέρδη αλλά είχε και τα ρίσκα της. Πάντα τα υψηλά κέρδη της τοκογλυφίας συνοδεύονταν και από την ανάληψη του κινδύνου της άρνησης ή της αδυναμίας του δανειοδοτούμενου να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις του. Αυτό συνέβη και κατά τη διάρκεια της βαθειάς κρίσης του του τέλους του δέκατου τέταρτου αιώνα.
. Οι τραπεζικοί οίκοι της βόρειας Ιταλίας έχοντας δανείσει μια σειρά ηγεμόνων, η αδυναμία τους ή η άρνησή τους, να πληρώσουν, οδήγησε πολλούς τραπεζικούς οίκους σε κατάρρευση. Οδηγήθηκαν σε πτώχευση οι τράπεζες Buonsigniori, Cerchi και Frescobaldi στην Τοσκάνη-( CLOUGH-RAPP σ 147 )- και λίγο αργότερα, το 1343, κατέρρευσαν οι μεγάλοι τραπεζικοί οίκοι των Peruzzi, Bardi και Acciauoli. Οι Bardi και Peruzzi καταστράφηκαν δανειοδοτώντας τον Εδουάρδο τον Γ της Αγγλίας, κατά τον εκατονταετή πόλεμο, και ο οποίος αρνήθηκε να τους πληρώσει. Το ίδιο συνέβη και με τον Γάλλο μεγαλοτραπεζίτη Coeur ο οποίος δάνεισε την άλλη πλευρά. Τους Γάλλους. Το τελικό όμως αποτέλεσμα ήταν να πέσει θύμα ραδιουργιών και να καταστραφεί.
  Πολλά άλλαξαν όμως όχι μόνο στο οικονομικό, αλλά και στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, από τον δέκατο τρίτο αιώνα οπότε άρχισαν να ιδρύονται και να δρουν οι τράπεζες. Η κυρία αλλαγή ήταν ότι σε μια σειρά χώρες, οι αφερέγγυοι ηγεμόνες με τα ασταθή και ιδιωτικά μόνο έσοδά τους, είχαν πλέον δώσει τη θέση τους στα σύγχρονα συγκεντρωτικά εθνικά κράτη με δημόσια  οικονομική βάση στηριγμένη στη φορολογία. Τα έσοδα των κρατών όχι μόνο αυξάνονταν αλλά και μπορούσαν να προγραμματιστούν  μακροχρόνια. Πέρα όμως από την αύξηση των εσόδων αυξάνονταν και τα έξοδα, και μάλιστα αλματωδώς.                                                                                           
    Οι τράπεζες ήσαν πλέον δανειστές του κράτους σε ένα θεσμικό όμως επίπεδο και όχι  σε ιδιωτική βάση, όπως ήταν ο δανεισμός των ηγεμόνων. Ο δανεισμός των κρατών έγινε η βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκε η ίδρυση των κεντρικών τραπεζών. Πάνω σ' αυτή τη βάση ιδρύεται το 1694 η Τράπεζα της Αγγλίας, με ιδιώτες χρηματοδότες η οποία θα δάνειζε την αγγλική κυβέρνηση με 1,2 εκατομμύρια στερλίνες και με επιτόκιο 8%. Η ιστορία της ίδρυσης της Τράπεζας της Αγγλίας δεν κρύβει πίσω της τον ορθολογισμό και την υπολογισμένη μεθοδικότητα της ίδρυσης της Τράπεζας του Άμστερνταμ.
  Είναι μια ιστορία που περισσότερο αντανακλά το κλίμα της εποχής και την καταραμένη ανάγκη στην οποία βρισκόταν ο Άγγλος βασιλιάς, ο Γουλιέλμος της Οράγγης. Ένας παράξενος Σκωτσέζος, ο William Paterson, του πρότεινε την ίδρυση μιας Τράπεζας με μετοχικό κεφάλαιο 1,2 εκατομμύρια λίρες, όσες χρειαζόταν δηλαδή ο βασιλιάς. Όταν πουλιόντουσαν οι μετοχές ο Γουλιέλμος θα δανειζόταν ολόκληρο το ποσό και η Τράπεζα θα πρoχωρούσε στην έκδοση τραπεζογραμματίων του ίδιου ποσού, με την υπόσχεση της κυβέρνησης ότι θα πλήρωνε. Με την εγγύηση του Δημοσίου δηλαδή, όπως το λένε κάποιοι σήμερα.
     Τα τραπεζογραμμάτια θα δίνονταν σαν δάνειο σε επιλεγμένους ιδιώτες και η Τράπεζα θα έπαιρνε τόκο τόσο από το δάνειό του κράτους, όσο και από το δάνειο των τραπεζογραμματίων στους ιδιώτες! Για το ίδιο ποσό λοιπόν θα εισέπραττε διπλό τόκο! Η συμφωνία φυσικά έκλεισε και η Τράπεζα ξεκίνησε τις εργασίες της με ένα διοικητικό Συμβούλιο, τον διοικητή, τον υποδιοικητή, δεκαεπτά υπαλλήλους και δύο θυρωρούς με μισθό είκοσι πέντε λίρες το χρόνο. Ο Paterson έπαιρνε φυσικά 2.000 λίρες το χρόνο, αλλά σε λίγο αποχώρησε αφού μάλωσε με όλους προσπαθώντας να προωθήσει τα συμφέροντα και μιας αντίπαλης τράπεζας, της τράπεζας με το συγκινητικό όνομα Τράπεζα του Ταμείου των Ορφανών.
    Ο δανεισμός του αγγλικού κράτους συνοδευόταν και με μια σειρά προνομίων που εκχωρήθηκαν στην Τράπεζα. Σκοπός της ίδρυσης της ήταν να ασχολείται με όλα τα είδη τραπεζικών εργασιών, και με αποκλειστικό προνόμιο στην έκδοση τραπεζογραμματίων. Εκτός των παραπάνω, ο καταστατικός χάρτης της Τράπεζας εξασφάλιζε ότι καμιά άλλη Τράπεζα δεν μπορούσε να έχει περισσότερους από έξι εταίρους, απαγορευόταν επομένως η ίδρυση οποιασδήποτε άλλης μετοχικής Τράπεζας. Το δικαίωμα αυτό το διατήρησε η Τράπεζα της Αγγλίας ως το 1833, οπότε και επετράπη η ίδρυση και λειτουργία μετοχικών τραπεζών χωρίς όμως εκδοτικό δικαίωμα.
      Η αρχή της ίδρυσης Δημόσιας Τράπεζας στη Γαλλία είναι εξαιρετικά όμοια με αυτή της Αγγλίας αλλά το τέλος τελείως διαφορετικό. Η αρχή έγινε και στη Γαλλία με μια πρόταση ενός συμπατριώτη του Paterson, του επίσης Σκωτσέζου John Law. Φτάνοντας ο Law στη Γαλλία, το 1716, έχοντας κατασπαταλήσει μια σεβαστή περιουσία και ζώντας από τη χαρτοπαιξία, πείθει τον αντιβασιλιά Φίλιππο, Δούκα της Ορλεάνης, να υπογράψει  βασιλικό διάταγμα στις 2 Μαΐου του 1716 δίνοντας άδεια στον Law και τον αδελφό του να ιδρύσουν τράπεζα με κεφαλαίο έξι εκατομμύρια γαλλικές λίρες ποσό ίσο με 250.000 αγγλικές λίρες. Η Τράπεζα είχε φυσικά εκδοτικό δικαίωμα, και ποιός ήταν ο κύριος δανειζόμενος; Φυσικά το γαλλικό κράτος το οποίο βρισκόταν σε εξαιρετική οικονομική πίεση με τα έξοδα του να είναι διπλάσια των εσόδων του. Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τα τραπεζογραμμάτια για να ξοφλήσει τους πιστωτές της και να πληρώσει τα έξοδα της. 
 Τα γραμμάτια γίνονταν αποδεκτά και για την αποπληρωμή φόρων και μια κι ο Law διακήρυττε ότι τα γραμμάτια του εξαργυρώνονταν με την αξία του βάρους του μετάλλου κατά την ημέρα έκδοσής του τραπεζογραμματίου, αυτά γνώρισαν μεγάλη επιτυχία σε μια εποχή που το περιεχόμενο σε πολύτιμο μέταλλο των νομισμάτων συνεχώς μειωνόταν. Για ένα διάστημα, πράγματι, τα τραπεζογραμμάτια του Law είχαν πραγματική αξία. Ιδρύθηκαν υποκαταστήματα στη Λυών στη Λα Ροσέλ την Τουρ την Αμιένη και την Ορλεάνη. Το 1718, η τράπεζα έγινε βασιλικό ίδρυμα με μοναδικό μέτοχο το βασιλιά. Μετά την πρώτη επιτυχία ο αντιβασιλιάς γλυκάθηκε και πρότεινε και νέα έκδοση και ο Law συμφώνησε. Αντιλαμβανόμενος όμως ότι θα δημιουργείτο πρόβλημα με την κάλυψη των γραμματίων δημιούργησε ένα πολύπλοκο σύστημα.
   Το "σύστημα του Law" κατέρρευσε και μαζί του κι η βασιλική Τράπεζα αλλά και η εμπιστοσύνη των Γάλλων στις τράπεζες. Τόσο δυσάρεστη ήταν αυτή η εμπειρία για τους Γάλλους που όταν το 1776, ο πρωθυπουργός Τουργκο ίδρυσε πάλι μια μεγάλη δημόσια Τράπεζα δεν έφερε το όνομα Τράπεζα άλλα Caisse Escompte. Οι λόγοι της κατάρρευσης της βασιλικής Τράπεζας της Γαλλίας ήσαν πολλοί: ανεπάρκεια του αρχικού κεφαλαίου, υπερβολική έκδοση τραπεζογραμματίων και η ριψοκίνδυνη πολιτική της ήσαν οι κυριότεροι από αυτούς. Μπαίνοντας ο δέκατος ένατος αιώνας και η πολιτική επικράτηση του καπιταλισμού σε μια σειρά από χώρες είχε σαν αποτέλεσμα την ένταση του κρατικού δανεισμού. Ο δανεισμός των σύγχρονων κρατών με  έσοδα που στηρίζονταν στη φορολογία ήταν ένας αποτελεσματικότατος μηχανισμός μεταφοράς πλούτου από τους εργαζόμενους προς το κεφάλαιο. Οι  μεταβολές αυτές αν και έκαναν πιο σίγουρη την αποπληρωμή των κρατικών δανείων οι κίνδυνοι της αθέτησης αποπληρωμής τους ποτά δεν εξέλειπαν. Κατά το τέλος του δέκατου ένατου  αιώνα  η πτώχευση της Αργεντινής οδήγησε στη χρεοκοπία μερικές αγγλικές τράπεζες.
   Μετά από την εξαιρετικά κερδοφόρα αρχή για τους κεφαλαιούχους, που ήδη περιγράψαμε με την ίδρυση των πρώτων σύγχρονων τραπεζών, η ιστορία του δανεισμού των κρατών συνεχίστηκε και αποτέλεσε έναν από τους μηχανισμούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Η επικράτηση του καπιταλισμού στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο από το δέκατο έβδομο αιώνα και, κυρίως, στη Βρετανία και τη Γαλλία είχε σαν αποτέλεσμα την ενίσχυση τόσο των εθνικών συγκεντρωτικών κρατών όσο  και την όλο και στενότερη σύνδεσή τους με το κεφάλαιο. ο δανεισμός των κρατών συνεχιζόταν μια και ήταν εξαιρετικά κερδοφόρος και σίγουρος. Οι διαπιστώσεις αυτές οδήγησαν το Marx στη παρακάτω θέση:
   «Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν με μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο, χωρίς νάναι υποχρεωμένο να εκτεθεί στους κόπους και στους κινδύνους που είναι αχώριστοι από τη βιομηχανική μα ακόμα κι από την τοκογλυφική τοποθέτηση. Οι πιστωτές του δημοσίου στην πραγματικότητα δεν δίνουν τίποτα, γιατί το ποσό που δανείζουν μετατρέπεται σε κρατικά ευκολομεταβιβάσιμα χρεώγραφα, που στα χέρια τους εξακολουθούν να λειτουργούν, όπως θα λειτουργούσαν αν ήταν ισόποσο μετρητό χρήμα. Άσχετα όμως και από την τάξη των αργόσχολων εισοδηματιών που δημιουργείται μ’ αυτό τον τρόπο και τον αυτοσχέδιο πλούτο των χρηματιστών που παίζουν το ρόλο του μεσίτη ανάμεσα στην κυβέρνηση και το έθνος –καθώς και των φοροενοικιαστών, των εμπόρων, των ιδιωτών εργοστασιαρχών, που μια καλή μερίδα κάθε κρατικού δανείου τούς προσφέρει την υπηρεσία ενός κεφαλαίου πεσμένου από τον ουρανό– το δημόσιο χρέος έχει δημιουργήσει τις μετοχικές εταιρείες, το εμπόριο με συναλλάξιμες αξίες όλων των ειδών, την επικαταλλαγή, με δυο λόγια: το παιχνίδι στο χρηματιστήριο και τη σύγχρονη τραπεζοκρατία». (Marx, Κεφάλαιο, Τόμος Ι, σ. 779).
   Οι πολιτικές ελίτ που κυβερνούσαν έπαιζαν το παιχνίδι των αστικών τάξεων, τα συμφέροντα των οποίων και εκπροσωπούσαν, αποφασίζοντας για τη σύναψη δανείων μεταξύ του κράτους και των διαφόρων κεφαλαιούχων πιστωτών. Έγκαιρα ο Marx κάνει την διαπίστωση που ακολουθεί και που φαντάζει σαν να γράφτηκε σήμερα.
    «…Αντίθετα η ομάδα της αστικής τάξης που κυβερνούσε και νομοθετούσε με τα κοινοβούλια, είχε άμεσο συμφέρον στη καταχρέωση του κράτους. Το κρατικό έλλειμμα, αυτό ήταν ίσα - ίσα το καθαυτό αντικείμενο της κερδοσκοπίας της και η κύρια πηγή του πλουτισμού της. Κάθε χρόνο κι από ένα νέο έλλειμμα. Ύστερα από κάθε τέσσερα - πέντε χρόνια κι από ένα νέο δάνειο. Και κάθε νέο δάνειο πρόσφερε στη χρηματική αριστοκρατία μία καινούργια ευκαιρία να κατακλέβει το κράτος, που κρατιόταν τεχνικά στο χείλος της χρεωκοπίας - και που ήταν υποχρεωμένο να διαπραγματεύεται με τους τραπεζίτες κάτω από τους ποιο δυσμενείς όρους. Κάθε νέο δάνειο της πρόσφερε μιαν ακόμη ευκαιρία να καταληστεύει με χρηματιστηριακές επιχειρήσεις το κοινό που τοποθετούσε τα κεφάλαια του σε κρατικά ομόλογα και που στα μυστικά τους ήταν μπασμένες η κυβέρνηση και η πλειοψηφία της Βουλής». (Marx, «Οι ταξικοί αγώνες στην Γαλλία 1848-1850)
  Οι προθέσεις των αστικών κυβερνήσεων ήσαν δεδομένες. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των δανειστών. Δρούσαν έτσι απολύτως προβλέψιμα κι εξακολουθούν φυσικά και σήμερα να δρουν το ίδιο ή ακόμη και πιο ξεδιάντροπα. Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα του Marx αναφερόμενος στη Γαλλία του 1850.
  «Για να εξαλείψει ακόμη και την υπόνοια ότι δεν ήθελε ή δε μπορούσε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που κληρονόμησε από τη μοναρχία, για να δημιουργήσει την εμπιστοσύνη στην αστική ηθική και στι αξιόχρεο της δημοκρατίας, η προσωρινή κυβέρνηση κατέφυγε σ’ έναν αναξιόπρεπο και παιδιακίστικο ταυτόχρονα κομπασμό. Προτού ακόμα λήξει η νόμιμη προθεσμία πληρωμής, πλήρωσε στους πιστωτές του κράτους τους τόκους των χρεογράφων των 5%, 4,5% και 4%. Η αστική σιγουριά, η αυτοπεποίθηση των κεφαλαιούχων ξύπνησε ξαφνικά, όταν είδαν με τι αγωνιώδη βιασύνη γυρεύανε να αγοράσουν την εμπιστοσύνη τους»  (Marx, «Οι ταξικοί αγώνες στην Γαλλία 1848-1850 σ 47).
   Η παραπάνω τακτική είναι ίδια με την πρακτική της σημερινής εθελόδουλης ελληνικής κυβέρνησης που χαρίζει δισεκατομμύρια στις τράπεζες και τα χρεώνει στον ελληνικό λαό μετατρέποντας συνεχώς το ιδιωτικό χρέος, αυτό των τραπεζών δηλαδή, σε δημόσιο. Εκτός αυτού σε μια πρωτοφανή κίνηση ραγιαδισμού και απροσχημάτιστης προδοσίας των συμφερόντων των εργαζομένων και της συντριπτικής πλειονότητας του ελληνικού λαού δέχτηκε να καταπέσουν οι εγγυήσεις του δημοσίου στις ΔΕΚΟ πριν καν έρθει η ώρα τους. Πόσο προβλέψιμα και επαίσχυντα δρουν οι πολιτικοί υπαλληλίσκοι του κεφαλαίου! Είναι τόσο φοβισμένοι και υποταγμένοι  που έδρασαν το ίδιο στη Γαλλία του 1850, στην Ελλάδα του 2009 αλλά και σε κάθε χώρα όταν έμπαινε ανοικτά το ζήτημα του συμφέροντος του κεφαλαίου.
  Πια ήταν όμως η λύση του προβλήματος κατά τον  Marx:
«Με ένα μονάχα μέσο μπορούσε η προσωρινή κυβέρνηση να παραμερίσει όλα αυτά τα εμπόδια και να βγάλει το κράτος από τον παλιό δρόμο του-με την κήρυξη του κράτους σε κατάσταση χρεοκοπίας. Ο καθένας θυμάται πως αργότερα ο Λεντρύ Ρολλέν αφηγήθηκε μπρος την εθνοσυνέλευση την ιερή αγανάκτηση με την οποία είχε αποκρούσει την αξίωση αυτή του τοκογλύφου του χρηματιστηρίου Φουλντ, του σημερινού υπουργού των οικονομικών. Ο Φουλντ του είχε προσφέρει το μήλο από το δέντρο της γνώσεως». (Marx, «Οι ταξικοί αγώνες στην Γαλλία 1848-1850 σ 49).
   Το μήλο του δέντρου της γνώσης είναι η κήρυξη του κράτους σε κατάσταση χρεοκοπίας επομένως κατά τον Marx. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με τη θέση αυτή αλλά είναι δύσκολο να την απορρίψει χωρίς πολύ σκέψη και πολύ ισχυρά επιχειρήματα. Πολύ περισσότερο αν μιλά, δρα και καθορίζει την πολιτική του με βάση το μαρξισμό και στο όνομα του Marx.

Γιώργος Π. Τριανταφυλλόπουλος 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...