Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ. 1. ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ

ΟΙ ΤΡΑΠΕΖΕΣ Ι

1. ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ

Η κρίση που ξέσπασε το 2008 είχε στο επίκεντρό της τις τράπεζες. Φυσικά δεν ήταν μια κρίση των τραπεζών γιατί αν ήταν έτσι ελάχιστους θα ενδιέφερε. Ήταν μια κρίση που αγκαλιάζει κυρίως την ίδια την παραγωγή και ολόκληρο το κοινωνικό και οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού έχοντας, στη συγκεκριμένη φάση της, τη μορφή της κρίσης του τραπεζικού συστήματος.. Γιατί όμως όλοι επικεντρώνονται στις τράπεζες; Γιατί όλο το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο έχει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός του τις τράπεζες; Πως ο καπιταλισμός έφτασε στον απίθανο παραλογισμό να ισχυρίζεται σοβαρά πως «το πρόβλημα βρίσκεται πως οι τράπεζες δεν παρέχουν ρευστότητα στην πραγματική οικονομία»;

Από πού έως που οι ιδιωτικές τράπεζες είναι οι κάτοχοι του χρήματος του οποίου η έκδοση και η κυκλοφορία είναι υπόθεση των κρατών; Από πού έως που το σύνολο της παραγωγής και της οικονομικής ζωής πρέπει να εξαρτάται από τον τραπεζικό δανεισμό; Από πού έως που το χρήμα δε βρίσκεται στα χέρια των παραγωγών, άμεσων ή έστω και έμμεσων, αλλά στα τραπεζικά θησαυροφυλάκια και η οποιαδήποτε παραγωγική και οικονομική δραστηριότητα έφτασε να εξαρτάται από το δανεισμό και μόνο από το δανεισμό;
Στα παραπάνω ερωτήματα θα προσπαθήσουμε να δώσουμε κάποια απάντηση με μια σειρά τριών άρθρων. Η προσπάθεια θα επικεντρωθεί στη μελέτη της ιστορικής εξέλιξης των τραπεζών και του ρόλου τους από τις αρχές της εμφάνισής τους στις βόρειες πόλεις της Ιταλίας ως τα σήμερα. Η ιστορική αυτή εξιστόρηση πιστεύω πως μπορεί να καταδείξει όχι μόνο τις μεταβολές στη δομή και στο ρόλο του τραπεζικού συστήματος αλλά και τις μεταβολές στον ίδιο τον καπιταλισμό μέχρι τη μετάβασή του στον ολοκληρωτικό παρασιτισμό.

Η πίστωση, στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η διατήρηση μιας ισορροπίας μεταξύ των χώρων πλεονασμού εμπορευμάτων ή χρήματος και των χώρων έλλειψης τους. Μέσω της πίστωσης εμπορεύματα ή χρήματα ρέουν από το χώρο πλεονασμού προς τον χώρο έλλειψης. Η πίστωση επομένως είναι στενά συνδεδεμένη με το εμπόριο και είναι ουσιαστικά παράγωγο του εμπορίου. Μόνο προς το τέλος της περιόδου που μελετάμε έγινε ένας χωρισμός μεταξύ εμπόρου και τραπεζίτη. Στο πρώτο στάδιο της ανάπτυξης των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών η διάκριση μεταξύ εμπόρου και τραπεζίτη ήταν αδύνατη.
Αρχίζουμε την εξιστόρησή μας από το 1.000, και έχουμε σαν κέντρο αναφοράς τη δυτική και βόρεια Ευρώπη Οι κανονιστικές διατάξεις της Εκκλησίας, πιστές στις γραφές, απαγόρευαν και καταδίκαζαν με δριμύτητα το δανεισμό με τόκο. Μια όμως και οι Εβραίοι δεν θεωρούνταν αδελφοί με τους χριστιανούς, η απαγόρευση δεν ίσχυε γι αυτούς και ουσιαστικά ήσαν οι μόνοι που είχαν τη δυνατότητα νόμιμου εντόκου δανεισμού. Παρά όμως αυτές τις απαγορεύσεις, οι ανάγκες του εμπορίου και της οικονομίας ήσαν άλλες, και αυτές είχαν επιβληθεί ουσιαστικά στην εμπορική πρακτική, στην οποία η πίστωση ήταν ένα συνηθισμένο φαινόμενο. Τόσο στις εμποροπανηγύρεις όσο και στις διάφορες εμπορικές πόλεις η πίστωση είχε επεκταθεί, ιδιαίτερα μεταξύ των νοτίων Ευρωπαίων. Στην πραγματικότητα ένας από τους πρώτους δανειστές ήταν η ίδια η Εκκλησία, και η πρώτη Τράπεζα ήταν το μοναστικό τάγμα των Ναϊτών οι οποίοι είχαν αναλάβει το ρόλο του θησαυροφύλακα για τους θησαυρούς του κράτους της Ιερουσαλήμ. Η Εκκλησία υποστήριζε ότι δεν δάνειζε με τόκο φυσικά.
Ανεξάρτητα όμως από αυτό, η εκκλησιαστική απαγόρευση παρακάμπτονταν είτε με την εγγραφή του δανείου για μεγαλύτερο ποσό του πραγματικά δανειζόμενου, είτε με την πληρωμή και αποπληρωμή του με διαφορετικά νομίσματα και πλασματικά υπολογισμένες ισοτιμίες. Οι πρώτοι δανειστές ήταν κυρίως Ιταλοί. Μια και η βόρεια Ιταλία λεγόταν συνολικά Λομβαρδία, ο δρόμος όπου οι Ιταλοί δανειστές έστηναν τα καταστήματά τους ονομάστηκε και "Οδός Λομβαρδών". Κάθε μεγάλη Ευρωπαϊκή Δυτική πόλη σχεδόν, έχει και μια οδό που λέγετε οδός Λομβαρδών, όπως στο Λονδίνο η Lombard Street. Πέρα από τους Λομβαρδούς γνωστοί ήσαν και οι δανειστές από την πόλη Κάορ της Γαλλίας, με το όνομα Καορσινοί, οι οποίοι δρούσαν συχνά και ως ενεχυροδανειστές παρέχοντας ενυπόθηκες πιστώσεις με επιτόκιο από 20% έως 40%.
Από τον δέκατο τρίτο αιώνα οι παραπάνω δανειστές έγιναν ισχυρότεροι από τους Εβραίους και κυριάρχησαν ουσιαστικά στο χώρο της πίστωσης. Η στάση της Εκκλησίας υποχρεωτικά άλλαξε μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα. Η καταβολή τόκου επετράπη ως καταβολή ενός τέλους που εισέπραττε ο δανειστής έναντι του ρίσκου που αναλάμβανε, και υπό την προϋπόθεση ότι το δάνειο χρησιμοποιείτο για την άσκηση εμπορικής η επαγγελματικής δραστηριότητας. Ορισμένοι ηγεμόνες άρχισαν να επιβάλουν νόμιμα επιτόκια με συνηθέστερο ύψος επιτοκίου δύο πενών ανά λίρα την εβδομάδα η 43,4% ετησίως. Δανειστές άρχισαν να συμμετέχουν στην εμπορική δραστηριότητα ως πιστωτές, τόσο με τη μορφή της commenda, όσο και της παραλλαγή της την colleganta.
Οι πλούσιοι έμποροι ήσαν συνήθως και οι τραπεζίτες διότι αυτοί είχαν και τα απαιτούμενα διαθέσιμα χρηματικά ποσά για δανεισμό. Η πίστωση πήρε και την πρώιμη μορφή της μετοχικής εμπορικής επιχείρησης, όπως αυτή αναπτύχθηκε στην Ιταλία. Από τα τέλη του δωδέκατου αιώνα στις ιταλικές πόλεις και ιδιαίτερα στη Γένοβα διαδόθηκε η πρακτική της επιταγής και της συναλλαγματικής. Η επιταγή, η οποία είχε περισσότερο τοπική χρήση, και η συναλλαγματική που χρησιμοποιείτο για συναλλαγές μακρινών αποστάσεων περισσότερο, ήσαν σημαντικά εργαλεία για την ανάπτυξη του εμπορίου. Όχι μόνο αποφεύγονταν οι κίνδυνοι μεταφοράς χρημάτων, αλλά ως αναβαλλόμενες πληρωμές, έδιναν την δυνατότητα σε κάποιον να ασχοληθεί με το εμπόριο αγοράζοντας ουσιαστικά με πίστωση και πληρώνοντας όταν το εμπόρευμα είχε πουληθεί.
Μετά το 1350 διαδόθηκε η πρακτική, οι έμποροι που είχαν δοσοληψίες ιδιαίτερα με ξένους, στα λιμάνια και στα εμπορικά κέντρα να διατηρούν λογαριασμούς σε τοπικούς αργυραμοιβούς ώστε οι πληρωμές να γίνονται μέσω πιστωτικών επιστολών χωρίς τη χρήση και διακίνηση μετρητών. Οι πρακτικές αυτές διευκόλυναν τις εμπορικές πρακτικές στο επίπεδο της μεταβίβασης χρημάτων. Οι Ιταλοί αργυραμοιβοί δέχονταν καταθέσεις και εξέδιδαν αποδείξεις πληρωτέες επί τη εμφανίσει.
Οι σπουδαιότερες δραστηριότητες των πρώτων τραπεζών ήταν η εξαργύρωση πιστωτικών επιστολών, αλλά κι η χορήγηση βραχυπρόθεσμων δανείων ακόμη και από καταθέσεις. Αρκετά νωρίς αναπτύχθηκε επίσης και το σύστημα που σήμερα ονομάζουμε ράντες, από το rent (εισόδημα). Αντί κάποιοι να δανειστούν με υποθήκη, αναλάμβαναν την υποχρέωση να πληρώνουν στο δανειστή ένα συγκεκριμένο ποσό σε τακτά χρονικά διαστήματα. Την τακτική της ράντας την χρησιμοποιούσαν και πόλεις για να δανειστούν χρήματα από ιδιώτες. Για τις ράντες γράφει ο Ferguson «Πήραν μια από τις δύο μορφές: rentes heritables ή διαρκής ροές εισοδήματος που ο αγοραστής μπορούσε να κληροδοτήσει στους κληρονόμους του ή rentes viageres η οποία τελείωνε με το θάνατο του αγοραστή. Ο πωλητής, αλλά όχι ο αγοραστής, είχε το δικαίωμα να εξαγοράσει τη ράντα με την αποπληρωμή της. Μέχρι τα μέσα του δέκατου έκτου αιώνα η πώληση τέτοιων ετήσιων εισοδημάτων αύξανε κατά 7%, κατά προσέγγιση, τα εισοδήματα στην Ολλανδία». (FERGUSON: THE ASCENT OF MONEY. A FINANCIAL HISTORY OF THE WORLD σ 74)
Οι Ιταλοί, ως οι πρωτοπόροι του τραπεζικού συστήματος, ίδρυσαν μεγάλες τράπεζες με υποκαταστήματα σε πολλές εμπορικές πόλεις σε όλη την Ευρώπη. Οι Bardi, Peruzzi, Medici απέκτησαν τεράστια χρηματικά ποσά με τις τραπεζικές εργασίες τους και με την διαχείριση και τον δανεισμό χρημάτων στους ηγεμόνες. Κατά τους δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο και δέκατο πέμπτο αιώνες τράπεζες καταθέσεων ιδρύθηκαν στη Βενετία- πάνω από εκατό- στη Γένοβα, στη Φλωρεντία. Οι εμποροτραπεζικοί ιταλικοί οίκοι διατηρούσαν υποκαταστήματα στη Μπρυζ, στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στη Βύργη στο Άμστερνταμ αλλά και στην Ανατολή.
Οι Peruzzi με τα 18 υποκαταστήματα, oί Acciauoli με τα 17 και οι μεγάλοι Medici με τα 8 υποκαταστήματα και τον τεράστιο πλούτο. «Με ένα κεφάλαιο 20.000 φλορινιών το 1402 και με δέκα επτά το πολύ ανθρώπων στην υπηρεσία τους πραγματοποίησαν κέρδη 151.820 φλορινιών μεταξύ 1397 και 1420-περίπου 6.326 φλορίνια ετησίως- ένα ποσοστό δηλαδή επιτοκίου 32% ετησίως» (FERGUSON σ 45) γράφει ο Ferguson για τους Medici.
Το επιτόκιο δεν ήταν φυσικά σταθερό και άρχιζε από ένα 5% για γνωστό και φερέγγυο πρόσωπο, ανέβαινε στο 12% με 15% για όχι πολύ γνωστό πρόσωπο, για να φθάσει το 50% ή και το 100% για ηγεμόνες, οι οποίοι ήσαν πασίγνωστοι ως κακοπληρωτές, ή για παρακινδυνευμένες δραστηριότητες. Η κρίση του δεκάτου τετάρτου αιώνα είχε δυσμενή αποτελέσματα και στους τραπεζικούς οίκους της Ιταλίας. Έχοντας δανείσει μια σειρά ηγεμόνων, η αδυναμία τους να πληρώσουν, οδήγησε πολλούς τραπεζικούς οίκους σε κατάρρευση. Οδηγήθηκαν σε πτώχευση οι τράπεζες Buonsigniori, Cerchi και Frescobaldi στην Τοσκάνη-( CLOUGH-RAPP: EΥΡΩΠΑΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ σ 147 )- και λίγο αργότερα, το 1343, κατέρρευσαν οι μεγάλοι τραπεζικοί οίκοι των Peruzzi, Bardi και Acciauoli. Οι Bardi και Peruzzi καταστράφηκαν δανειοδοτώντας τον Εδουάρδο τον Γ της Αγγλίας, κατά τον εκατονταετή πόλεμο, και ο οποίος αρνήθηκε να τους πληρώσει. Το ίδιο συνέβη και με τον Γάλλο μεγαλοτραπεζίτη Coeur ο οποίος δάνεισε την άλλη πλευρά. Τους Γάλλους. Το τελικό όμως αποτέλεσμα ήταν να πέσει θύμα ραδιουργιών και να καταστραφεί.
Η πρακτική όμως των τραπεζικών εργασιών είχε μεταναστεύσει βορειότερα με την χωρική επέκταση του εμπορίου προς βορρά. Κατά τον δέκατο πέμπτο αιώνα oί Fuggers με έδρα το Augsburg, δημιούργησαν ένα γιγάντιο εμποροτραπεζικό οίκο, τέτοιου μεγέθους που μόνο oί Medici τους ξεπερνούσαν. Με δραστηριότητες στην πίστη, στην εξόρυξη, στην υφαντουργία και το εμπόριο στήνουν μια οικονομική αυτοκρατορία στην Ευρώπη, που όμως κι αυτή έμελλε να καταρρεύσει κατά την κρίση του δέκατου έβδομου αιώνα και πάλι λόγω χορήγησης πολιτικών δανείων, προς τους Αψβούργους αυτή τη φορά.
Μετά τις ιταλικές πόλεις η Αμβέρσα έγινε το μεγάλο τραπεζικό κέντρο, λόγω της θέσης της στο εμπόριο μπαχαρικών και υφαντών. Η παραχώρηση ειδικών προνομίων σε όσους εγκαθίσταντο στο έδαφός της, έκανε την Αμβέρσα μεγάλο εμπορικό κέντρο, αλλά όταν οι Ολλανδοί στα μέσα του δεκάτου πέμπτου αιώνα απέκτησαν τον έλεγχο του ποταμού Σκάλδη, επί των εκβολών του οποίου βρίσκεται η Αμβέρσα, και την απέκοψαν από τη θάλασσα η πόλη περιέπεσε σε μαρασμό. Νέα τραπεζικά ιδρύματα ιδρύθηκαν μετά την ανάκαμψη του δέκατου έκτου αιώνα. Η Τράπεζα του Rialto στη Βενετία ιδρύεται το 1507 και χειρίζεται καταθέσεις και μεταβιβάσεις κεφαλαίων, αλλά το εμπορικό κέντρο της Ευρώπης έχει μετακομίσει πλέον του Βορρά.
Μετά την Αμβέρσα τη σκυτάλη την παίρνει το Άμστερνταμ. Το Άμστερνταμ από τον δέκατο έβδομο αιώνα ήταν το εμπορικό κέντρο της Ευρώπης και ήταν αναμενόμενο να γίνει και τραπεζικό κέντρο. Το 1609 ιδρύεται η Τράπεζα της Ανταλλαγής ( Wisselbank ) του Άμστερνταμ. Η Τράπεζα του Άμστερνταμ ιδρύθηκε με πολιτική πρωτοβουλία των αρχών της πόλης και είχε σαν κύριο σκοπό να επιβάλει τάξη στο άναρχο Νομισματικό και πιστωτικό σύστημα που στηριζόταν στους αργυραμοιβούς. Η ανταλλαγή νομισμάτων γινόταν υποχρεωτικά στην Τράπεζα, η οποία δεχόταν επίσης καταθέσεις και ασκούσε έλεγχο στα νομισματοκοπεία.
Ο μεγάλος αριθμός νομισμάτων που κυκλοφορούσαν, αλλά και οι διαφορετικές αξίες που είχαν ανάλογα με τη χρονολογία και τον τόπο κοπής, περιέπλεκε πολύ τις διαδικασίες κατάρτισης των ισοτιμιών. Έπρεπε να είναι κάποιος πολύ ειδικός για να μπορεί να καθορίζει την αξία κάθε νομίσματος. Ένα εγχειρίδιο για τους "Μεταπράτες Χρήματος" που εκδόθηκε το 1606 από το ολλανδικό Κοινοβούλιο, κατέγραψε 341 αργυρά και 505 χρυσά νομίσματα. Ένα χάος επικρατούσε στο νομισματικό σύστημα της Ευρώπης και η Τράπεζα της Ανταλλαγής έβαλε τάξη για λογαριασμό των εμπόρων και της ολλανδικής κυβέρνησης.
Η σημαντικότερη όμως λειτουργία της ολλανδικής Τράπεζας ήταν αυτή των εναλλακτικών χρηματοπιστώσεων, τη μεταφορά δηλαδή χρηματικών ποσών με εντολή των καταθετών της. Το μόνο δικαίωμα που δεν της εκχωρήθηκε ήταν αυτό της δανειοδότησης. Η τελευταία όμως αρχή καταστρατηγήθηκε με το πέρασμα του χρόνου. Άρχισε να δίνει δάνεια προς την Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών. Μετά το τέλος του δέκατου έβδομου αιώνα η εταιρεία δεν πήγαινε και τόσο καλά. Με τον Αγγλο ολλανδικό πολέμου του 1780 οι ολλανδικές απώλειες ήταν σημαντικές και η Τράπεζα έδωσε πάλι δάνεια. Το 1819 η Τράπεζα του Άμστερνταμ έθεσε τέλος στις εργασίες της.
Μετά την ίδρυση της Τράπεζας του Άμστερνταμ και άλλες τράπεζες με Δημόσιο χαρακτήρα και παρόμοια χαρακτηριστικά άρχισαν να ιδρύονται. Στο Ρότερνταμ, στο Ντελφ, στη Μιλνλμπουργκ. Φύλακες -τράπεζες, κατά την έκφρασή του Galbraith. Η Τράπεζα του Αμβούργου ιδρύθηκε το 1619. Η Τράπεζα όμως που έκανε το επόμενο καινοτόμο βήμα ήταν ένας κλάδος της Τράπεζας του Άμστερνταμ, η Τράπεζα της Στοκχόλμης ιδρυμένη το 1656. Το 1661 εξέδωσε έντυπες υποσχέσεις πληρωμής, τα τραπεζογραμμάτια, τα οποία και έθεσε σε κυκλοφορία. Η Τράπεζα της Στοκχόλμης ήταν λοιπόν η Τράπεζα που εξέδωσε χαρτονομίσματα.
Αν και το βήμα ήταν επαναστατικό, μπορούμε να δούμε μια συνέχεια στις τραπεζικές πρακτικές που μας οδήγησε στην έκδοση τραπεζογραμματίων. Από την πιστωτική επιστολή στην επιταγή και την συναλλαγματική, και μάλιστα στην μεταβιβάσιμη συναλλαγματική και επιταγή με οπισθογράφηση. Ένα άλλο βήμα ήταν ότι, με την ίδρυση της Τράπεζας του Άμστερνταμ, δημιουργήθηκε ένα Δημόσιο πιστωτικό ίδρυμα το οποίο ήταν φερέγγυο στις δοσοληψίες του και την ασφάλεια που παρείχε στις καταθέσεις. Αυτό η Τράπεζα του Άμστερνταμ το έκανε φανερό όταν, το 1672 οι στρατιές του Λουδοβίκου του ΙΔ’ πλησίασαν το Άμστερνταμ, και στον πανικό που δημιουργήθηκε, οι έμποροι πολιόρκησαν την Τράπεζα ζητώντας τα χρήματά τους πίσω. Όλοι ικανοποιήθηκαν, αλλά μόλις βεβαιώθηκαν ότι τα χρήματα τους υπήρχαν στην Τράπεζα και μάλιστα ασφαλή, δεν ήθελαν πια να τα πάρουν. Το κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ εμπόρων καταθετών και Τράπεζας είχε εμπεδωθεί. Το βηματισμό, και στο ζήτημα της Δημόσιας Τράπεζας, είχε δοθεί πάλι από τις ιταλικές πόλεις με την ίδρυση στη Βενετία, κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, μιας Δημόσιας βραχύβιας Τράπεζας.
Η καινοτομία επομένως της Τράπεζας της Στοκχόλμης ήταν σημαντική γιατί μπορούσε μια Τράπεζα να κυκλοφορήσει περισσότερο χρήμα από όσες ήταν οι καταθέσεις της. Η πείρα είχε δείξει ότι ποτέ δεν συμπίπτουν χρονικά οι απαιτήσεις των καταθετών για ανάληψη των χρημάτων τους από μια τράπεζα. Από την εμπειρία και πάλι ήταν γνωστό ότι ένα 25 με 30% της αξίας των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων αν αποτελούσαν οι καταθέσεις, αρκούσαν για να καλυφθεί η ζήτηση σε χρήμα των καταθετών. Για να γίνει εφικτό όμως ένα τέτοιο βήμα, ήταν αναγκαία η εμπιστοσύνη των πελατών στην φερεγγυότητα της τράπεζας. Το πρώτο βήμα έγινε όμως και η προσπάθεια στέφθηκε με επιτυχία.
Πολλά είχαν αλλάξει όχι μόνο στο οικονομικό, αλλά και στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, από τον δέκατο τρίτο αιώνα οπότε άρχισαν να ιδρύονται και να δρουν οι τράπεζες. Η κυρία αλλαγή ήταν ότι σε μια σειρά χώρες, οι αφερέγγυοι ηγεμόνες με τα ασταθή και ιδιωτικά μόνο έσοδά τους, είχαν πλέον δώσει τη θέση τους στα σύγχρονα συγκεντρωτικά εθνικά κράτη με δημόσια οικονομική βάση στηριγμένη στη φορολογία. Τα έσοδα των κρατών όχι μόνο αυξάνονταν αλλά και μπορούσαν να προγραμματιστούν μακροχρόνια. Πέρα όμως από την αύξηση των εσόδων αυξάνονταν και τα έξοδα, και μάλιστα αλματωδώς.
Οι τράπεζες είναι πλέον δανειστές του κράτους σε ένα θεσμικό όμως επίπεδο και όχι σε ιδιωτική βάση, όπως ήταν ο δανεισμός των ηγεμόνων. Πάνω σ' αυτή τη βάση ιδρύεται το 1694 η Τράπεζα της Αγγλίας, με ιδιώτες χρηματοδότες η οποία θα δάνειζε την αγγλική κυβέρνηση με 1,2 εκατομμύρια στερλίνες και με επιτόκιο 8%. Η ιστορία της ίδρυσης της Τράπεζας της Αγγλίας δεν κρύβει πίσω της τον ορθολογισμό και την υπολογισμένη μεθοδικότητα της ίδρυσης της Τράπεζας του Άμστερνταμ.
Είναι μια ιστορία που περισσότερο αντανακλά το κλίμα της εποχής και την καταραμένη ανάγκη στην οποία βρισκόταν ο Άγγλος βασιλιάς, ο Γουλιέλμος της Οράγγης. Ένας παράξενος Σκωτσέζος, ο William Paterson, του πρότεινε την ίδρυση μιας Τράπεζας με μετοχικό κεφάλαιο 1,2 εκατομμύρια λίρες, όσες χρειαζόταν δηλαδή ο βασιλιάς. Όταν πουλιόντουσαν οι μετοχές ο Γουλιέλμος θα δανειζόταν ολόκληρο το ποσό και η Τράπεζα θα πρoχωρούσε στην έκδοση τραπεζογραμματίων του ίδιου ποσού, με την υπόσχεση της κυβέρνησης ότι θα πλήρωνε. Με την εγγύηση του Δημοσίου δηλαδή, όπως το λένε κάποιοι σήμερα.
Τα τραπεζογραμμάτια θα δίνονταν σαν δάνειο σε επιλεγμένους ιδιώτες και η Τράπεζα θα έπαιρνε τόκο τόσο από το δάνειό του κράτους, όσο και από το δάνειο των τραπεζογραμματίων στους ιδιώτες! Για το ίδιο ποσό λοιπόν θα εισέπραττε διπλό τόκο! Η συμφωνία φυσικά έκλεισε και η Τράπεζα ξεκίνησε τις εργασίες της με ένα διοικητικό Συμβούλιο, τον διοικητή, τον υποδιοικητή, δεκαεπτά υπαλλήλους και δύο θυρωρούς με μισθό είκοσι πέντε λίρες το χρόνο. Ο Paterson έπαιρνε φυσικά 2.000 λίρες το χρόνο, αλλά σε λίγο αποχώρησε αφού μάλωσε με όλους προσπαθώντας να προωθήσει τα συμφέροντα και μιας αντίπαλης τράπεζας, της τράπεζας με το συγκινητικό όνομα Τράπεζα του Ταμείου των Ορφανών.
Η αρχική ιδέα του Paterson, την οποία δεν είχε καταφέρει να πουλήσει, ήταν η ίδρυση μιας αποικίας στον ισθμό του Παναμά. Μετά τη φυγή του από την Τράπεζα της Αγγλίας πήγε στη Σκωτία, μάζεψε 1.200 πρόθυμους, βρήκε και πρόθυμους χρηματοδότες και βάζει πανιά για τον Παναμά. Έφυγαν με πέντε πλοία αλλά όλοι σχεδόν έχασαν την ζωή τους και μαζί τους και η γυναίκα και το παιδί του Paterson, o οποίος μόλις που γλίτωσε.
Φυσικά σε όλο αυτό το διάστημα είχε μεταβληθεί και η πολιτική και το μέγεθος του επιτοκίου. Μετά το 1500 τα επιτόκια στη Δυτική Ευρώπη σταθεροποιούνται κυμαινόμενα μεταξύ 5% με 10% περίπου. Στην Antwep μεταξύ 1530 και 1562 κυμαίνονταν από το 7% ως 12%. Στη Λυών πάλι, για την ίδια περίοδο, έχουμε το ίδιο επιτόκιο από 7% ως 12%, αν και παρουσιάζονται και περίοδοι με χαμηλότερο επιτόκιο. Το 1674 η Γαλλική Κρατική Τράπεζα Αποταμιεύσεων έδινε επιτόκιο 5% στις αποταμιεύσεις. Αποσπασματικά στοιχεία μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε επιτόκια, για μακροχρόνιες υποθήκες, μεταξύ ενός κατώτατου 4% στη Γερμανία, Ιταλία και Ολλανδία, και ενός μέγιστου 10% με 14% στην Αγγλία. Στην Ολλανδία το επιτόκιο για ιδιωτικά δάνεια κυμαινόταν μεταξύ 1.75% και 4,5% την περίοδο 1651-1714. ( TUMA: ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ σ 365-366 ).
Από τα παραπάνω στοιχεία εύκολα προκύπτει το συμπέρασμα ότι όσο περνούσε ο χρόνος η πτώση του επιτοκίου ήταν εμφανής και αυτό δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά την όλο και μεγαλύτερη προσφορά χρήματος. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι τα επιτόκια ήσαν χαμηλότερα σε χώρες που κυριαρχούσαν οικονομικά, όπως η Ολλανδία το δέκατο έβδομο αιώνα, αλλά και τη μείωσή τους όσο ο πλούτος αυξανόταν. Όσο περισσότερο ήταν το συσσωρευμένο χρήμα σε μια χώρα τόσο μικρότερο ήταν και το επιτόκιο.
Συνεχίζοντας με την Τράπεζα της Αγγλίας, ο δανεισμός του αγγλικού κράτους συνοδευόταν και με μια σειρά προνομίων που εκχωρήθηκαν στην Τράπεζα. Σκοπός της ίδρυσης της ήταν να ασχολείται με όλα τα είδη τραπεζικών εργασιών, και με αποκλειστικό προνόμιο στην έκδοση τραπεζογραμματίων. Εκτός των παραπάνω, ο καταστατικός χάρτης της Τράπεζας εξασφάλιζε ότι καμιά άλλη Τράπεζα δεν μπορούσε να έχει περισσότερους από έξι εταίρους, απαγορευόταν επομένως η ίδρυση οποιασδήποτε άλλης μετοχικής Τράπεζας. Το δικαίωμα αυτό το διατήρησε η Τράπεζα της Αγγλίας ως το 1833, οπότε και επετράπη η ίδρυση και λειτουργία μετοχικών τραπεζών χωρίς όμως εκδοτικό δικαίωμα.
Στο διάστημα ως το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα η Τράπεζα της Αγγλίας πέρασε δύο κρίσεις, στις οποίες θα αναφερθούμε γιατί είναι χαρακτηριστικές των κρίσεων του Νομισματικού και πιστωτικού συστήματος και για τους επόμενους αιώνες, αν και εδώ εμφανίστηκαν σε μια πρώιμη μορφή βεβαίως, μιας και τώρα διαμορφωνόταν το πιστωτικό και Νομισματικό σύστημα με τη σύγχρονη μορφή του.
Η πρώτη κρίση εμφανίσθηκε ευθύς με τη λειτουργία της Τράπεζας. Ας πάμε όμως λίγο πίσω, πριν την ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας. Οι χρυσοχόοι, οι οποίοι λόγω του ότι είχαν χρηματοκιβώτια και ασφαλείς χώρους φύλαξης πολύτιμων αντικειμένων, δέχονταν προς φύλαξη χρήματα ιδιωτών, ιδίως εμπόρων. Στην Αγγλία, αρχικά, την φύλαξη των χρημάτων των εμπόρων την αναλάμβανε το Νομισματοκοπείο. Το 1640 ο Κάρολος ο Α’, για να εκβιάσει τους εμπόρους και να του χορηγήσουν δάνειο, αρνήθηκε να απελευθερώσει τις καταθέσεις τους στο Νομισματοκοπείο όποτε αυτοί εστράφησαν προς τους χρυσοχόους. Αυτοί, έχοντας στη διάθεσή τους αυτές τις καταθέσεις άρχισαν να χορηγούν δάνεια, να μετατρέπονται δηλαδή σε μικρούς τραπεζίτες, και κάποιοι από αυτούς άρχισαν να εκδίδουν και ένα είδος τραπεζογραμματίων τα ονομαζόμενα "Γραμμάτια των χρυσοχόων".
Η ίδρυση και λειτουργία της Τράπεζας της Αγγλίας έθετε επομένως σε κίνδυνο τις τραπεζικές δουλειές των χρυσοχόων. Αντέδρασαν αμέσως, και γνωρίζοντας από πείρα τον τρόπο έκδοσης των τραπεζογραμματίων, αγόρασαν τραπεζογραμμάτια της Τράπεζας και κατόπιν απαίτησαν την ταυτόχρονη εξαργύρωση τους. Η Τράπεζα αντιδρώντας με τη σειρά της αρνήθηκε απλά να τα εξαργυρώσει. Η επίθεση των χρυσοχόων, η πρώτη επίθεση στο χαρτονόμισμα, έπεσε στο κενό. Η Τράπεζα στηριζόταν πια σε μια μεγάλη δύναμη, το κράτος.
Η δεύτερη κρίση ήταν αυτή που εκδηλώθηκε όταν το 1745, ο εγγονός του Ιάκωβου του Β' βάδισε κατά του Λονδίνου, και οι κάτοχοι τραπεζογραμματίων αξίωσαν πάλι την εξαργύρωση τους. Η Τράπεζα της Αγγλίας ανταπεξήλθε στην πρόκληση για να γίνει από τον δέκατο ένατο αιώνα το ποιό φερέγγυο ίσως τραπεζικό κατάστημα στον κόσμο. «Γύρω στα 1770 η Τράπεζα της Αγγλίας είχε γίνει η μοναδική πηγή σχεδόν χαρτονομίσματος στο Λονδίνο, αν και οι εκδόσεις των γραμματίων από επαρχιακές τράπεζες, κράτησαν μέχρι και τον επόμενο αιώνα. Οι ιδιωτικές τράπεζες αντιθέτως γίναν τόποι για καταθέσεις. Όταν κάναν δάνεια οι καταθέσεις ήταν και όχι η κυκλοφορία των γραμματίων που μεγάλωναν....Με το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα η Τράπεζα της Αγγλίας είχε εξαλείψει τα γραμμάτια των μικρότερων αντιπάλων της στο Λονδίνο τουλάχιστον». ( GALBRAITH: ΤΟ ΧΡΗΜΑ σ 41 ).
Αν και η κύρια αποστολή της Τράπεζας ήταν, όπως και στην αρχή της, η χορήγηση δανείων προς το κράτος. Ο Πιτ ήταν μάλιστα ο πλέον απαιτητικός και ανηλεής απαιτητής δανείων από την Τράπεζα. Στο τέλος του αιώνα, το 1797, η Τράπεζα ανέστειλε το δικαίωμα εξαγοράς των τραπεζογραμματίων και των καταθέσεων με χρυσό και αργυρό. Η σημασία της Τράπεζας της Αγγλίας για το κράτος αλλά και για την κυρίαρχη πλέον αστική τάξη της, φαίνεται από το ότι όταν ο λόρδος Γκόρντον οδήγησε τους διαδηλωτές στο Λονδίνο -όταν διαμαρτύρονταν ενάντια στο νόμο για την ανακούφιση των καθολικών- η Τράπεζα έγινε ο κύριος στόχος τους. Ήταν το σύμβολο του κατεστημένου. Όσο κατέστρεφαν και λεηλατούσαν τις καθολικές περιοχές του Λονδίνου έφτανε πάντα καθυστερημένη η Αστυνομία. Όταν πολιορκήθηκε η Τράπεζα στάλθηκε ιππικό και η Τράπεζα άρχισε να φρουρείται από το στρατό.
Η αρχή της ίδρυσης Δημόσιας Τράπεζας στη Γαλλία είναι εξαιρετικά όμοια με αυτή της Αγγλίας αλλά το τέλος τελείως διαφορετικό. Η αρχή έγινε και στη Γαλλία με μια πρόταση ενός συμπατριώτη του Paterson, του επίσης Σκωτσέζου John Law. Φτάνοντας ο Law στη Γαλλία, το 1716, έχοντας κατασπαταλήσει μια σεβαστή περιουσία και ζώντας από τη χαρτοπαιξία, πείθει τον αντιβασιλιά Φίλιππο, Δούκα της Ορλεάνης, να υπογράψει βασιλικό διάταγμα, στις 2 Μαΐου του 1716 ,δίνοντας άδεια στον Law και τον αδελφό του να ιδρύσουν τράπεζα με κεφαλαίο έξι εκατομμύρια γαλλικές λίρες ποσό ίσο με 250.000 αγγλικές λίρες. Η Τράπεζα είχε φυσικά εκδοτικό δικαίωμα, και ποιός ήταν ο κύριος δανειζόμενος; Φυσικά το γαλλικό κράτος το οποίο βρισκόταν σε εξαιρετική οικονομική πίεση με τα έξοδα του να είναι διπλάσια των εσόδων του. Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τα τραπεζογραμμάτια για να ξοφλήσει τους πιστωτές της και να πληρώσει τα έξοδα της .
Τα γραμμάτια γίνονταν αποδεκτά και για την αποπληρωμή φόρων και μια κι ο Law διακήρυττε ότι τα γραμμάτια του εξαργυρώνονταν με την αξία του βάρους του μετάλλου κατά την ημέρα έκδοσής του τραπεζογραμματίου, αυτά γνώρισαν μεγάλη επιτυχία σε μια εποχή που το περιεχόμενο σε πολύτιμο μέταλλο των νομισμάτων συνεχώς μειωνόταν. Για ένα διάστημα, πράγματι, τα τραπεζογραμμάτια του Law είχαν πραγματική αξία. Ιδρύθηκαν υποκαταστήματα στη Λυών στη Λα Ροσέλ την Τουρτην την Αμιένη και την Ορλεάνη. Το 1718, η τράπεζα έγινε βασιλικό ίδρυμα με μοναδικό μέτοχο το βασιλιά. Μετά την πρώτη επιτυχία ο αντιβασιλιάς γλυκάθηκε και πρότεινε και νέα έκδοση και ο Law συμφώνησε. Αντιλαμβανόμενος όμως ότι θα δημιουργείτο πρόβλημα με την κάλυψη των γραμματίων δημιούργησε ένα πολύπλοκο σύστημα.
Το "σύστημα του Law" κατέρρευσε και μαζί του κι η βασιλική Τράπεζα αλλά και η εμπιστοσύνη των Γάλλων στις τράπεζες. Τόσο δυσάρεστη ήταν αυτή η εμπειρία για τους Γάλλους που όταν το 1776, ο πρωθυπουργός Τουργκο ίδρυσε πάλι μια μεγάλη δημόσια Τράπεζα δεν έφερε το όνομα Τράπεζα άλλα Caisse Escompte. Οι λόγοι της κατάρρευσης της βασιλικής Τράπεζας της Γαλλίας ήσαν πολλοί: ανεπάρκεια του αρχικού κεφαλαίου, υπερβολική έκδοση τραπεζογραμματίων και η ριψοκίνδυνη πολιτική της ήσαν οι κυριότεροι από αυτούς.
Η ανάπτυξη της παραγωγής και του εμπορίου κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα είχε σαν αποτέλεσμα και την αύξηση του όγκου του κυκλοφορούντος χρήματος. Η αύξηση του συνολικού χρηματικού ποσού κατά το διάστημα 1500-1700 πρέπει να ανερχόταν στο 600% κατά τους Clough και Rapp. ( CLOUGH-RAPP σ 250). Σαν χρηματικό ποσό εννοείται εδώ όχι μόνο το μεταλλικό νόμισμα αλλά και οι συναλλαγματικές και τα τραπεζογραμμάτια. Μετά την κατάρρευση του "συστήματος του Law", στη Γαλλία η μετοχική μορφή σύστασης εταιρειών εγκαταλείφθηκε πέφτοντας σε ανυποληψία. Το ίδιο περίπου συνέβη και στην Αγγλία την ίδια περίοδο, όταν η φούσκα της εταιρείας της Νότιας θάλασσας έσκασε και για τη σύσταση μετοχικής εταιρείας απαιτείτο πλέον ειδική άδεια από τον αγγλικό Κοινοβούλιο. Ο Νόμος περί Απάτης που απαιτούσε την άδεια του κρατικού Κοινοβουλίου έπαψε να ισχύει από το 1825.

Η αρχή των τραπεζών συνδέεται επομένως στενά με το εμπόριο του οποίου και υπήρξε βοηθός και υπηρέτης. Παράλληλα όμως με αυτό ένα ακόμη χαρακτηριστικό του τραπεζικού συστήματος αναδεικνύεται από την αρχή του. Ο δανεισμός ηγεμόνων και κρατών. Μέσα από αυτές της δύο διεργασίες το τραπεζικό σύστημα μεταλλασσόταν με αργούς ρυθμούς χωρίς να χάσει όμως ποτέ, κατά την περίοδο αυτή, το κύριο χαρακτηριστικό του. Αυτό του συνεργάτη και βοηθού του εμπόρου.

Γιώργος Π. Τριανταφυλλόπουλος

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...